Τον Σεπτέμβριο του 1949, μετά τη λήξη του Εμφυλίου, και με δεδομένο ότι η θητεία της Βουλής δεν μπορούσε να παραταθεί μετά το πέρας της τετραετίας, τέθηκε αναπόφευκτα το ζήτημα της μορφής που θα λάμβανε η διακυβέρνηση της χώρας. Από τη στιγμή που η πολιτική ζυγαριά έκλινε προς τις εκλογές, οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες για την κυβέρνηση του Αλέξανδρου Διομήδη, ο οποίος μετά την παραίτηση του αντιπροέδρου Σοφοκλή Βενιζέλου, του υπουργού Στρατιωτικών Παναγιώτη Κανελλόπουλου αλλά και του αρχιστράτηγου Αλέξανδρου Παπάγου, υπέβαλε με τη σειρά του παραίτηση στις 5 Ιανουαρίου 1950. Την επομένη, ο Ιωάννης Θεοτόκης ορκιζόταν πρωθυπουργός της υπηρεσιακής κυβέρνησης που θα διενεργούσε τις εκλογές, οι οποίες ορίστηκαν για τις 19 Φεβρουαρίου. Στο μεταξύ όμως, οι διαπραγματεύσεις για τον εκλογικό νόμο καθυστέρησαν να τελεσφορήσουν και ως εκ τούτου οι εκλογές μετατέθηκαν για τις 5 Μαρτίου.

 

Ο χαρακτήρας των συγκεκριμένων εκλογών ως «πρώτων», σε συνδυασμό με το εκλογικό σύστημα με το οποίο επρόκειτο να διεξαχθούν, δηλαδή της απλής αναλογικής, είχαν ως αποτέλεσμα την εμφάνιση ενός μεγάλου αριθμού κομμάτων που διεκδικούσαν το δικό τους μερίδιο στη νέα Βουλή. Οι μικρότεροι κομματικοί σχηματισμοί επέλεξαν την ένταξή τους σε ευρύτερους συνασπισμούς, ενώ τα «μεγάλα» κόμματα κατήλθαν αυτοτελώς στις εκλογές. Έτσι αυτοτελώς κατήλθαν το Κόμμα Φιλελευθέρων υπό τον Σοφοκλή Βενιζέλο, το Λαϊκό Κόμμα υπό τον Κωνσταντίνο Τσαλδάρη, το Κόμμα Γεωργίου Παπανδρέου (πρόσκαιρη μετονομασία του Δημοκρατικού Σοσιαλιστικού Κόμματος), το Εθνικό Κόμμα Ελλάδος υπό τον Ναπολέοντα Ζέρβα και το Νέο Κόμμα υπό τον Σπυρίδωνα Μαρκεζίνη. Οι συνασπισμοί που εμφανίστηκαν στις εκλογές ήταν οι εξής: η Εθνική Προοδευτική Ένωση Κέντρου, η Πολιτική Ανεξάρτητη Παράταξη, το Μέτωπο Εθνικής Αναδημιουργίας, η Παράταξη Αγροτών και Εργαζομένων, και η Δημοκρατική Παράταξη. Συμμετείχαν επίσης μία σειρά από μικρότερα κόμματα, ανεξάρτητοι και μεμονωμένοι υποψήφιοι.