1899-1987
Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, γιος του πολιτικού Δημήτριου Τσάτσου και αδερφός του Θεμιστοκλή Τσάτσου, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1899. Ακολούθησε σπουδές στη Νομική και από το 1918 εργάστηκε στην ελληνική πρεσβεία στο Παρίσι, όπου ορίστηκε μέλος της ελληνικής αντιπροσωπείας για την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών. Συνέχισε τις σπουδές του στη Χαϊδελβέργη και το 1929 εξέδωσε μαζί με τους Παναγιώτη Κανελλόπουλο και Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο το Αρχείον Φιλοσοφίας και Θεωρίας των Επιστημών (1929-1940). Το 1930 αναγορεύτηκε υφηγητής της Νομικής Σχολής Αθηνών και το 1932 εξελέγη έκτακτος καθηγητής της έδρας Εισαγωγής στην Επιστήμη του Δικαίου και της Φιλοσοφίας του Δικαίου στη Νομική Σχολή Αθηνών. Το 1937 προτάθηκε από η Νομική Σχολή ως τακτικός καθηγητής, αλλά η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά δεν το επέτρεψε και το 1939 συνελήφθη και εξορίστηκε στη Σκύρο.
Στην Κατοχή, ο Κ. Τσάτσος επέστρεψε στην διδασκαλία στο Πανεπιστήμιο και στην πρώτη επέτειο από την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, στις 28 Οκτωβρίου 1941, κατά τη διάρκεια του μαθήματος πραγματοποίησε ομιλία για την «εθνική επέτειο ελευθερίας», με αποτέλεσμα τη σύλληψή του από τις αρχές κατοχής, την απομάκρυνσή του από την έδρα και την υπαγωγή του σε καθεστώς καθημερινής παρακολούθησης. Στη συνέχεια αναμίχθηκε σε αντιστασιακές πρωτοβουλίες και προκειμένου να μην συλληφθεί διέφυγε στη Μέση Ανατολή το 1944 και διορίστηκε σύμβουλος της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου.
Μεταπολεμικά αποκαταστάθηκε στην ακαδημαϊκή του έδρα και ανέλαβε το υπουργείο Προνοίας και το υπουργείο Εσωτερικών (8.4.1945-11.4.1945 και 11.4.1945-11.8.1945) στην κυβέρνηση του Πέτρου Βούλγαρη και στη συνέχεια το υπουργείο Τύπου και Πληροφοριών (1.11.1945-22.11.1945) στην κυβέρνηση του Παναγιώτη Κανελλόπουλου. Ο Κ. Τσάτσος πολιτεύθηκε πρώτη φορά στις εκλογές του 1946 και εξελέγη βουλευτής Αθηνών ως συνεργαζόμενος με το Εθνικό Ενωτικό Κόμμα. Διετέλεσε υπουργός Θρησκευμάτων και Παιδείας στις κυβερνήσεις του Θεμιστοκλή Σοφούλη (20.1.1949-14.4.1949, 14.4.1949-30.6.1949) και στην κυβέρνηση του Αλέξανδρου Διομήδη (30.6.1949-6.1.1950). Στις εκλογές του 1950 πολιτεύθηκε με τον συνασπισμό του Μετώπου Εθνικής Αναδημιουργίας χωρίς να εκλεγεί. Στις βραχύβιες κυβερνήσεις του Σοφοκλή Βενιζέλου διορίστηκε υπηρεσιακός υφυπουργός Συντονισμού (5.12.1950-22.5.1951 και 4.7.1951-3.8.1951) και στη συνέχεια υφυπουργός Συντονισμού (3.8.1951-30.9.1951). Προσχώρησε στη συνέχεια στο Κόμμα Φιλελευθέρων, με το οποίο πολιτεύθηκε στις εκλογές του 1951 και ξανά το 1952 χωρίς να εκλεγεί.
Τον Ιανουάριο του 1956, συμμετείχε στη συγκρότηση της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ένωσης (ΕΡΕ), με την οποία εξελέγη βουλευτής στις εκλογές του ίδιου έτους και ανέλαβε υπουργός Προεδρίας (29.2.1956-5.3.1958) στην κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Στις εκλογές του 1958 επανεξελέγη με την ΕΡΕ και ανέλαβε πάλι υπουργός Προεδρίας (17.5.1958-20.9.1961) στην κυβέρνηση του Κ. Καραμανλή. Το 1961 εξελέγη ξανά και ανέλαβε υπουργός Κοινωνικής Προνοίας (20.12.1962-19.6.1963) στην νέα κυβέρνηση του Κ. Καραμανλή. Παράλληλα, το ίδιο έτος ανακηρύχθηκε Ακαδημαϊκός. Επανεξελέγη βουλευτής με την ΕΡΕ το 1963 και το 1964. Ανέλαβε υπουργός Δικαιοσύνης (3.4.1967-21.4.1967) στην κυβέρνηση του Παναγιώτη Κανελλόπουλου, η οποία ανετράπη από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967.
Μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, ο Κ. Τσάτσος διορίστηκε υπουργός Πολιτισμού και Επιστημών (24.7.1974-9.10.1974) στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας του Κ. Καραμανλή. Συμμετείχε στην ίδρυση του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας, με την οποία εξελέγη βουλευτής Επικρατείας στις πρώτες μεταπολιτευτικές εκλογές του 1974 και ανέλαβε πρόεδρος της επιτροπής για το νέο Σύνταγμα. Παραιτήθηκε από τη βουλευτική του έδρα στις 19 Ιουνίου 1975, καθώς εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας (19.7.1975-10.5.1980). Ο Κ. Τσάτσος παράλληλα με την πολιτική του σταδιοδρομία ασχολήθηκε και συνέγραψε μελέτες δικαίου και πολιτικής θεωρίας, καθώς και ποιητικές συλλογές. Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος απεβίωσε στην Αθήνα στις 8 Οκτωβρίου 1987.